Μια ωδή στο Vol. 3.

(ή πώς θα προσπαθήσω να το δικαιολογήσω ως το αγαπημένο μου Slipknot album)

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Οι Slipknot είναι ένα συγκρότημα που υποθέτω δεν χρειάζονται συστάσεις, αλλά για τους αμύητους μας αναγνώστες εναποθέτω τα παρακάτω ολίγα:

Οι Slipknot είναι ένα metal συγκρότημα από την Iowa της Αμερικής, και η καριέρα τους ξεκίνησε περίπου στα μέσα των 90s, συνεχίζεται έως και σήμερα όμως με τεράστια επιτυχία. Αποτελείται από 9 μέλη, που το καθένα έχει την δική του προσωπικά φτιαγμένη μάσκα, την οποία και φοράει στις συναυλίες τους. Συνεπώς, είναι ένα ιδιόρρυθμο (τουλάχιστον) μάτσο ανθρώπων, και η μουσική τους, παρότι ειλικρινής, ασυμβίβαστη, και με τεράστιο καλλιτεχνικό όραμα, δεν είναι για όλους τους ακροατές.

Το άλμπουμ το οποίο θέλω να αναλύσω, είναι το 3ο (sorry MFKR) κατά σειρά τους full-length album, το Vol. 3: (The Subliminal Verses).

Γιατί λοιπόν προτιμώ το Vol. 3, ενώ υπάρχει το Iowa, ακόμα και το self-titled, στα οποία μπορείς να νιώσεις την ωμότητα και την διαστροφή της μπάντας;

Στο Vol. 3, οι Slipknot έδειξαν πως δεν είναι απλώς εννιά ψυχάκηδες rednecks με μοναδικό τους όπλο την επιθετικότητα, μας έδειξαν πως αυτό είναι μόνο η αρχή, και πως αν τους αφήσεις να ξεδιπλώσουν το καλλιτεχνικό τους όραμα, μπορούν να φτάσουν (…στο All Hope is Gone, τελοσπάντων, το προσπερνάμε, …) πολύ μακριά.

Πρώτα απ’όλα, τα στιχουργικά θέματα είναι αρκετά βαθύτερα από τα προηγούμενα άλμπουμ. Στο κομμάτι Disasterpieces (Iowa, 2001), o Corey λέει  “I want to slit your throat and fuck the wound.”. Στο Vol. 3, σε πολλά σημεία καταλαβαίνεις γιατί το λέει αυτό. Προηγουμένως ήταν η οπτική ενός τέρατος, ενώ εδώ βλέπεις το making of, την ανθρώπινη πλευρά αυτού του τέρατος. Στο Vermillion, το The Nameless, και το The Virus of Life, φαίνεται πώς μπορεί η αρρωστημένη ερωτική προσκόλληση σε κάποιο άτομο, να γίνει μίσος και βία. Στο Three Nil, το Duality, και το Before I Forget, μιλάει γι’αυτό, τον εσωτερικό του κόσμο, τον πόνο που βιώνει, τη μετάβαση από άνθρωπος σε τέρας. Προσωπικά εκτιμώ όταν το χαρτί των στίχων γίνεται χειρουργικό τραπέζι, στο οποίο ο στιχουργός μας εμπιστεύεται όλες του τις ευαισθησίες, και μας εισάγει στην οπτική του.

Τώρα, μουσικά, το άλμπουμ εμφανώς είναι επηρεασμένο από το σύντομο διάλειμμα τους και την ενασχόληση με τα side projects τους (Root και Taylor στους Stone Sour, Jordison στους Murderdolls, Clown στους To My Surprise), αφού έχουν διευρύνει τη μουσική τους παλέτα σε μεγάλο βαθμό. Τα καθαρά φωνητικά χρησιμοποιούνται περισσότερο (σε σχέση με τα προηγούμενα άλμπουμ), αλλά με τον κατάλληλο τρόπο, επιθετικά εκεί που πρέπει, και τρυφερά σε άλλα σημεία. Τα brutal φωνητικά, σε κομμάτια όπως το Pulse of the Maggots ή το Welcome, δείχνουν πως δεν έχει χαθεί στο ελάχιστο το edge και η επιθετικότητά τους, απλώς έχουν προστεθεί στοιχεία. Ατμόσφαιρα με synths και samples, και ακόμα και τα riffs, αν και κλασικά fast/groovy/σχεδόν atonal Slipknot riffs, έχουν μια μεγαλύτερη αρμονική ποικιλία (για να το θέσω χωριάτικα). Η παραγωγή έχει τονίσει δικαίως τα drums (συγκεκριμένα την ατάκα τους), με τον Jordison να είναι παράλληλα tight και δημιουργικός στα σημεία του, όπως και παλιότερα.

Κλείνοντας, δεν πιστεύω πως το album υστερεί στα επιθετικά του σημεία από την επιθετικότητα των προηγούμενων άλμπουμ, απλώς έχουν μπασταρδευτεί με στοιχεία εκτός της metal μουσικής, και αυτό ίσως ξενίζει ή και ξινίζει (χεχ) σε πρώτη ακρόαση. Σε βάθος χρόνου όμως, θεωρώ πως ήταν το άλμπουμ που ανάγκασε ένα μεγαλύτερο μέρος του μουσικού κόσμου να “πάρει στα σοβαρά” τους Slipknot, και βοήθησε τους ίδιους να εξελιχθούν, ειδικότερα μουσικά και γενικότερα καλλιτεχνικά.

Σχετικά με Metaleon

Μου αρέσουν τα κουάκερ, τα DIY πρότζεκτ, ο David Fincher, και να γράφω. 26/M/ATH, GR

Τσέκαρε επίσης

Μουσικές σκηνές ανά τον κόσμο – Gothenburg Melodic Death Metal Scene

Μια αλλαγή κλίματος από το πρώτο άρθρο, που μιλούσε για την grunge. Σ’αυτό αναλύω την …